ανόθευτος

(προωθήθηκε από ανόθευτο)
Μεταφράσεις

ανόθευτος

(a'noθeftos) αρσενικό

ανόθευτη

(a'noθefti) θηλυκό

ανόθευτο

(a'noθefto) ουδέτερο
επίθετο
καθαρός, χωρίς ξένα στοιχεία ανόθευτη βενζίνη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close