ανόρεχτος

(προωθήθηκε από ανόρεχτη)
Μεταφράσεις

ανόρεχτος

(a'norextos) αρσενικό

ανόρεχτη

(a'norexti) θηλυκό

ανόρεχτο

(a'norexto) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν έχει όρεξη Eίμαι ανόρεχτος κι έχω πονοκέφαλο.
2. άκεφος Πάει ανόρεχτος στη δουλειά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close