| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.670.597 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανύπαντρος |
0,02 sec. |
|
ανύπαντρος Junggeselle, einziger, ledig bachelor, single, unmarried fraŭlo soltero, individual célibataire, garçon, non marié, seul רווק agglegény scapolone, celibe, single vrijgezel, enkel, ongetrouwd kawaler, nieżonaty, pojedynczy solteiro, não casado, único холостяк, неженатый, отдельный 单身, 单一的, 未婚的 أعزب, غير متزوج jediný, svobodný enkel, ugift ainoa, naimaton neoženjen, sam たった一つの, 未婚の 단 하나의, 미혼의 enkel, ugift ensamstående, ogift โสด, ไม่แต่งงาน evlenmemiş, tek chưa lập gia đình, đơn độc επίθ α / θ / ουδ ανύπαντρος, ανύπαντρη, ανύπαντρο [a'nipandros, a'nipandri, a'nipandro] που δεν έχει παντρευτεί célibataire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|