ανύπαντρος

(προωθήθηκε από ανύπαντρο)
Μεταφράσεις

ανύπαντρος

(a'nipandros) αρσενικό

ανύπαντρη

(a'nipandri) θηλυκό

ανύπαντρο

Junggeselle, ledigbachelor, single, unmarriedfraŭlosolterocélibataire, garçon, non mariéרווקagglegényscapolone, celibevrijgezel, ongetrouwdkawaler, nieżonatysolteiro, não casadoхолостяк, неженатый单身, 未婚的غَيْرُ مُتَزَوِّجsvobodnýugiftnaimatonNo need for neoženjena (it does not exist!)未婚の미혼의ugiftogiftไม่แต่งงานevlenmemişchưa lập gia đình (a'nipandro) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει παντρευτεί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close