| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.223.163 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανύπαντρος γονέας |
0,01 sec. |
|
ανύπαντρος γονέας أحد الوالدين ανύπαντρος γονέας osamělý rodič ανύπαντρος γονέας enlig forælder ανύπαντρος γονέας Alleinerzieher ανύπαντρος γονέας single parent ανύπαντρος γονέας padre solo ανύπαντρος γονέας yksinhuoltaja ανύπαντρος γονέας parent célibataire ανύπαντρος γονέας samohrani roditelj ανύπαντρος γονέας genitore single ανύπαντρος γονέας 片親で子育てをする人 ανύπαντρος γονέας 홀부모 ανύπαντρος γονέας alleenstaande ouder ανύπαντρος γονέας aleneforelder ανύπαντρος γονέας samotny ojciec ανύπαντρος γονέας pai que cria filhos sozinho ανύπαντρος γονέας отец-одиночка ανύπαντρος γονέας ensamstående förälder ανύπαντρος γονέας พ่อหรือแม่ที่ไม่มีคู่สมรส ανύπαντρος γονέας yalnız ebeveyn ανύπαντρος γονέας người nuôi con một mình ανύπαντρος γονέας 单亲家长 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|