ανύπαρκτος

(προωθήθηκε από ανύπαρκτο)
Μεταφράσεις

ανύπαρκτος

(a'niparktos) αρσενικό

ανύπαρκτη

(a'niparkti) θηλυκό

ανύπαρκτο

absent, unrealغَيْرُ حَقِيقِيّneskutečnýuvirkeligunwirklichirrealepätodellinenirréelnestvaranirreale現実のものではない상상적인onechtuvirkelignierealnyirrealвоображаемыйoverkligอยู่ในจินตนาการgerçek dışıkhông thật不真实的 (a'niparkto) ουδέτερο
επίθετο
που λείπει, δεν υπάρχει ανύπαρκτη κοινωνική πρόνοια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close