| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.385.495 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανύπαρκτος |
0,01 sec. |
|
ανύπαρκτος absent, unreal غير حقيقي neskutečný uvirkelig unwirklich irreal epätodellinen irréel nestvaran irreale 現実のものではない 상상적인 onecht uvirkelig nierealny irreal воображаемый overklig อยู่ในจิตนาการ gerçek dışı không thật 不真实的 επίθ α / θ / ουδ ανύπαρκτος, ανύπαρκτη, ανύπαρκτο [a'niparktos, a'niparkti, a'niparkto] που λείπει, δεν υπάρχει inexistant/-ante ανύπαρκτη κοινωνική πρόνοια une sécurité sociale inexistante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|