ανύποπτος

(προωθήθηκε από ανύποπτο)
Μεταφράσεις

ανύποπτος

(a'nipoptos) αρσενικό

ανύποπτη

(a'nipopti) θηλυκό

ανύποπτο

unsuspectedinsospettate (a'nipopto) ουδέτερο
επίθετο
που δεν ανησυχεί για τίποτα ανύποπτα παιδιά
χωρίς να γίνει αντιληπτό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close