ανώδυνος

(προωθήθηκε από ανώδυνο)
Μεταφράσεις

ανώδυνος

(a'noðinos) αρσενικό

ανώδυνη

(a'noðini) θηλυκό

ανώδυνο

painlessanodin, indolore (a'noðino) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν πονάει ανώδυνος τοκετός
2. μεταφορικά χωρίς επιπτώσεις ανώδυνο αστείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close