| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.079.607 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανώμαλος |
0,04 sec. |
|
ανώμαλος anomalous, abnormal, irregular, bumpy غير طبيعي, وَعِر abnormální, hrbolatý abnormal, ujævn abnormal, holprig anormal, desigual epänormaali, kuoppainen anormal, cahoteux abnormalan, kvrgav accidentato, anomalo でこぼこのある, 異常な 비정상적인, 울퉁불퉁한 abnormaal, hobbelig ujevn, unormal nienormalny, wyboisty anormal, esburacado необычный, ухабистый gropig, onormal ขรุขระ, ผิดปรกติ anormal, tümsekli không bình thường, xóc 异常, 颠簸的 επίθ α / θ / ουδ ανώμαλος, ανώμαλη, ανώμαλο [a'nomalos, a'nomali, a'nomalo] 2 που αποτελεί εξαίρεση γραμματικού κανόνα irrégulier/-ière ανώμαλα ρήματα les verbes irréguliers 3 με εμπόδια forcé/-éeirrégulier/-ière ανώμαλη προσγείωση un atterrissage forcé ένας ανώμαλος δρόμος une route irrégulière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|