ανώτατος

(προωθήθηκε από ανώτατη)
Μεταφράσεις

ανώτατος

(a'notatos) αρσενικό

ανώτατη

(a'notati) θηλυκό

ανώτατο

supreme, maximum, top最高最高 (a'notato) ουδέτερο
επίθετο
1. στον πιο ψηλό βαθμό ανώτατο όριο ταχύτητας στον ανώτατο βαθμό
2. πάνω απ' όλους η ανώτατη αρχή ανώτατες σπουδές
το πανεπιστήμιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close