Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.031.090 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανώτατος

0,07 sec.
ανώτατος maximum, supreme, top
επίθ α / θ / ουδ ανώτατος, ανώτατη, ανώτατο [a'notatos, a'notati, a'notato]
1 στον πιο ψηλό βαθμό maximal/-alele plus haut, la plus haute
ανώτατο όριο ταχύτητας la vitesse maximale
στον ανώτατο βαθμό au plus haut degré/niveau
2 πάνω απ' όλους suprêmesupérieur/-ieure
η ανώτατη αρχή l'autorité suprême
ανώτατες σπουδές les études universitaires
Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα
το πανεπιστήμιο l'universitél'institution universitaire


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.