ανώτερος

(προωθήθηκε από ανώτερη)
Μεταφράσεις

ανώτερος

(a'noteros) αρσενικό

ανώτερη

(a'noteri) θηλυκό

ανώτερο

supérieursuperiorفَائِقnadřazenýoverlegenbessersuperior, seniorparempisuperioransuperiore優れた우수한superieuroverlegenwyższysuperiorвысшийöverlägsenเหนือกว่าüstüntốt hơn优越的, 高级Старши高級בכיר (a'notero) ουδέτερο
επίθετο
1. σε πιο υψηλή θέση τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα
2. είναι επείγον
3. αξιοπρεπής ανώτερα αισθήματα ανώτερος άνθρωπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close