| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.912.924 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανώτερος |
0,01 sec. |
|
ανώτερος supérieur, fini superior, over مكانة أعلى, منتهي skončený, vynikající overlegen, overstået beendet, besser acabado, superior ohi, parempi gotov, superioran superiore, terminato 優れた, 終わって 우수한, 위의 over, superieur over, overlegen skończony, wyższy acabado, superior верхний, высший överlägsen, särskild เหนือกว่า, ที่จบสิ้น bitmiş, üstün đã xong, tốt hơn 上面的, 优越的 επίθ α / θ / ουδ ανώτερος, ανώτερη, ανώτερο [a'noteros, a'noteri, a'notero] 1 σε πιο υψηλή θέση supérieur/-ieure τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα les couches sociales supérieures 2 αξιοπρεπής décent/-ente ανώτερα αισθήματα des sentiments élevés Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|