αξίωμα

Μεταφράσεις

αξίωμα

axiom, office, postulateaxiome, grade, postulatаксиома (a'ksioma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. θέση, τίτλος τα πιο υψηλά αξίωματα
2. μαθηματικά βασική αρχή που στηρίζει θεωρία ή υπόθεση μαθηματικό αξίωμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close