| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.038.363 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αξίωση |
0,01 sec. |
|
|
αξίωση claim, demand, pretension exigence, prétention reclamar
ουσ θ αξίωση [a'ksiosi] απαίτηση prétention προβάλλω αξιώσεις πάνω σε avoir des prétentions sur ζωή χωρίς αξιώσεις une vie sans prétentions Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|