| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.587.871 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αξίωση |
0,02 sec. |
|
αξίωση claim, demand, pretension exigence, prétention ουσ θ αξίωση [a'ksiosi] απαίτηση prétention προβάλλω αξιώσεις πάνω σε avoir des prétentions sur ζωή χωρίς αξιώσεις une vie sans prétentions Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|