αξιολάτρευτος

(προωθήθηκε από αξιολάτρευτο)
Μεταφράσεις

αξιολάτρευτος

(aksio'latreftos) αρσενικό

αξιολάτρευτη

(aksio'latrefti) θηλυκό

αξιολάτρευτο

adorable (aksio'latrefto) ουδέτερο
επίθετο
αξιαγάπητος Όταν γελάς είσαι αξιολάτρευτη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close