αξιολύπητος

(προωθήθηκε από αξιολύπητο)
Μεταφράσεις

αξιολύπητος

(aksio'lipitos) αρσενικό

αξιολύπητη

(aksio'lipiti) θηλυκό

αξιολύπητο

pathetic, piteous, pitifullamentable, pathétique, pitoyableمُثِيرٌ لِلْعُطُوفžalostnýynkeligmitleiderregendpatéticosäälittäväpatetičanpatetico哀れな측은한zieligpatetiskpatetycznypatéticoжалкийpatetiskน่าสงสารacınasıthảm bại可怜的, 可怜可憐 (aksio'lipito) ουδέτερο
επίθετο
που προκαλεί οίκτο είμαι σε αξιολύπητη κατάσταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close