| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.070.086 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αξιοπρεπής |
0,02 sec. |
|
|
αξιοπρεπής décent dignified, poised, decent مهذب ucházející anstændig anständig decente kunnollinen pristojan decente きちんとした 신분에 맞는 fatsoenlijk anstendig przyzwoity decente пристойный hygglig เหมาะสม uygun nghiêm chỉnh 像样的, 体面 體面
επίθ α/θ / ουδ αξιοπρεπής, αξιοπρεπές [aksiopre'pis, aksiopre'pes] 1 συνεπής ως προς τις αρχές του dignerespectable 3 που εμπνέει σεβασμό respectable αξιοπρεπής κύριος un monsieur respectable 4 αποδεκτός correcteconvenable αξιοπρεπής παρουσίαση une présentation correcte Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|