αξιόλογος

(προωθήθηκε από αξιόλογο)
Αναζητήσεις σχετικές με αξιόλογο: αξιολογώ
Μεταφράσεις

αξιόλογος

(aksi'oloɣos) αρσενικό

αξιόλογη

(aksi'oloʝi) θηλυκό

αξιόλογο

considerable, substantialwaardigværdig值得würdigvärdig가치dignehodnýдостоен值得 (aksi'oloɣo) ουδέτερο
επίθετο
1. σπουδαίος αξιόλογος υπάλληλος αξιόλογο βιβλίο
2. σημαντικός Το έργο του είναι αξιόλογο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close