| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.813.598 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αξιόλογος |
0,03 sec. |
|
αξιόλογος considerable, substantial επίθ α / θ / ουδ αξιόλογος, αξιόλογη, αξιόλογο [aksi'oloɣos, aksi'oloʝi, aksi'oloɣo] 1 σπουδαίος grand, grande αξιόλογος υπάλληλος un employé remarquable αξιόλογο βιβλίο un livre remarquable 2 σημαντικός extraordinairetrès important/-ante Το έργο του είναι αξιόλογο. Son œuvre est remarquable. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|