| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.146.245 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αξιόπιστος |
0,02 sec. |
|
αξιόπιστος trustworthy, dependable, reliable, credible موثوق به, موثوق فيه spolehlivý, věrohodný pålidelig, troværdig glaubwürdig, zuverlässig creíble, fidedigno luotettava, uskottava crédible, fiable pouzdan, vjerodostojan affidabile, credibile 信用できる, 信頼できる 믿을 수 있는, 신용할 수 있는 betrouwbaar, geloofwaardig pålitelig, troverdig godny zaufania, wiarygodny acreditável, confiável, credível, fiável надежный, правдоподобный pålitlig, trovärdig เชื่อถือได้, น่าเชื่อถือ güvenilir, inandırıcı đáng tin cậy 可信的, 可靠的 επίθ α / θ / ουδ αξιόπιστος, αξιόπιστη, αξιόπιστο [aksi'opistos, aksi'opisti, aksi'opisto] 1 που μπορεί να τον εμπιστευτεί κν digne de confiancefiable αξιόπιστο πρόσωπο une personne digne de confiance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|