αξιόπιστος

Μεταφράσεις

αξιόπιστος

(aksi'opistos) αρσενικό

αξιόπιστη

(aksi'opisti) θηλυκό

αξιόπιστο

trustworthy, reliable, dependable, credibleمَوْثُوق به, مَوْثُوق بِهِspolehlivý, věrohodnýpålidelig, troværdigglaubwürdig, zuverlässigcreíble, fidedigno, fiableluotettava, uskottavacrédible, fiablepouzdan, vjerodostojanaffidabile, credibile信用できる, 信頼できる믿을 수 있는, 신용할 수 있는betrouwbaar, geloofwaardigpålitelig, troverdiggodny zaufania, wiarygodnyconfiável, acreditável, credível, fiávelнадежный, правдоподобныйpålitlig, trovärdigเชื่อถือได้, น่าเชื่อถือgüvenilirđáng tin cậy可信的, 可靠的אמין (aksi'opisto) ουδέτερο
επίθετο
1. που μπορεί να τον εμπιστευτεί κν αξιόπιστο πρόσωπο αξιόπιστος φίλος
2. που λειτουργεί καλά μία αξιόπιστη μέθοδος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close