αξύριστος

(προωθήθηκε από αξύριστη)
Μεταφράσεις

αξύριστος

(a'ksiristos) αρσενικό

αξύριστη

(a'ksiristi) θηλυκό

αξύριστο

غَيْرُ حَلِيقneoholenýubarberetunrasiertunshavensin afeitarparroittunuthirsuteneobrijannon rasatoひげを剃っていない면도하지 않은ongeschorenubarbertnieogolonynão barbeadoнебритыйorakadไม่โกนหนวดเคราtıraşsızkhông cạo râu未刮过脸的 (a'ksiristo) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει ξυριστεί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close