| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.755.180 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απάνθρωπος |
0,01 sec. |
|
απάνθρωπος inhumain callous, cruel, inhuman επίθ α / θ / ουδ απάνθρωπος, απάνθρωπη, απάνθρωπο [a'panθropos, a'panθropi, a'panθropo] άσπλαχνος, σκληρός inhumain/-ainecruel/-elle απάνθρωπες συνθήκες des conditions inhumaines Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|