απάνθρωπος

(προωθήθηκε από απάνθρωπο)
Μεταφράσεις

απάνθρωπος

(a'panθropos) αρσενικό

απάνθρωπη

(a'panθropi) θηλυκό

απάνθρωπο

inhumaincallous, cruel, inhumanбесчеловечный (a'panθropo) ουδέτερο
επίθετο
άσπλαχνος, σκληρός απάνθρωπες συνθήκες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close