| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.086.417 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απάνθρωπος |
0,01 sec. |
|
|
απάνθρωπος inhumain callous, cruel, inhuman
επίθ α / θ / ουδ απάνθρωπος, απάνθρωπη, απάνθρωπο [a'panθropos, a'panθropi, a'panθropo] άσπλαχνος, σκληρός inhumain/-ainecruel/-elle απάνθρωπες συνθήκες des conditions inhumaines Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|