| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.133.725 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απάτη |
0,02 sec. |
|
απάτη deceit, fraud, con, scam, trickery, cheat احتيال, غش podvod, podvodník snyd Betrug, Betrüger fraude, trampa huijari, petos fraude, tricheur prevara frode, truffatore 詐欺, 詐欺師 사기, 속임수 bedrog, fraude bedrager, bedrageri oszust, oszustwo aldrabão, fraude, impostor мошенничество bedrägeri, skojare การโกง, การคดโกง dolandırıcı, dolandırıcılık kẻ lừa đảo, lừa đảo 欺诈行为, 欺骗 ουσ θ απάτη [a'pati] παρανομία, κόλπο escroquerie; fraude Eίναι θύμα απάτης. Il a été victime d'une escroquerie. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|