απέναντι

Μεταφράσεις

απέναντι

(a'penandi)
επίρρημα
1. αντίκρυ ο ένας απέναντι στον άλλον.
2. στην αντίθετη πλευρά περνάω απέναντι
3. μπροστά Λύγισε απέναντι στις απαιτήσεις της.
Είναι εχθρικός απέναντί μου.

απέναντι


επίθετο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
το απέναντι σπίτι

απέναντι

acrossعَبْرَpřestværs overüberal otro lado deylide l’autre côté deprekoattraverso・・・を横切って...을 가로질러서overtvers overprzezatravés deчерезtvärsöverข้ามkarşıyaqua横跨
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
o απέναντι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close