| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.091.380 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απέξω |
0,02 sec. |
|
|
απέξω
επίρρ απέξω, απ' έξω [a'pekso] 1 στην εξωτερική μεριά dehors μένω απέξω rester dehors 2 από άλλο χώρο de l'extérieurde dehors Ο θόρυβος έρχεται απέξω. Le bruit vient de l'extérieur. 3 από το εξωτερικό, από άλλη χώρα de l'étranger Είναι υποχρεωμένος να φέρνει το εμπόρευμα απέξω. Il doit importer sa marchandise. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|