απέριττος

(προωθήθηκε από απέριττο)
Μεταφράσεις

απέριττος

(a'peritos) αρσενικό

απέριττη

(a'periti)

απέριττο

rudimentaire, simplechaste, plainبَسِيطnezdobenýensartetschlichtsencillotasainenobičansemplice平坦な평평한effenjevngładkiplanoплоскийenkelราบเรียบdüzbằng phẳng简单的 (a'perito)
επίθετο
απλός, χωρίς περιττά στολίδια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close