απέχω

Μεταφράσεις

απέχω

abstain, differ, refrain投弃权票投棄權票الامتناع عن التصويتonthoudenвъздържатabster-ses'absteniravståabstenerseastenersi (a'pexo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βρίσκομαι σε απόσταση Ο σταθμός απέχει ένα χιλιόμετρο από εδώ.
2. δεν έχω σχέση απέχω από την πραγματικότητα
3. δε συμμετέχω απέχω από ένα κύκλωμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close