απίστευτος

(προωθήθηκε από απίστευτο)
Μεταφράσεις

απίστευτος

(a'pisteftos) αρσενικό

απίστευτη

(a'pistefti) θηλυκό

απίστευτο

incredible, unbelievable, incredulous, staggeringnekredeblaincroyableلا يُصَدَّق, لايُصَدَّقneuvěřitelnýutroligunglaublichincreíbleuskomatonnevjerojatanincredibile信じられない믿어지지 않는, 믿을 수 없는ongelofelijkutroligniewiarygodnyinacreditávelизумительный, невероятныйotroligไม่น่าเชื่อ, ซึ่งไม่น่าเชื่อว่าเป็นจริงinanılmazkhông thể tin được难以置信的, 令人难以置信令人難以置信 (a'pistefto) ουδέτερο
επίθετο
1. αδιανόητος απίστευτη περιπέτεια
2. που καταπλήσσει απίστευτο θέαμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close