| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.805.215.098 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απαίτηση |
0,02 sec. |
|
απαίτηση demand, requirement حاجة ملحة, مَطْلَب požadavek krav Anforderung, Forderung exigencia, requisito vaatimus condition, exigence potražnja, potreba requisito, richiesta 要求 요구, 필요 조건 vereiste, vraag etterspørsel, krav wymóg, żądanie demanda, exigência, requisito требование krav ความต้องการ gereksinim, talep sự yêu cầu, yêu cầu 要求, 需求 ουσ θ απαίτηση [a'petisi] το να απαιτώ exigence; prétention έχω την απαίτηση να avoir la prétention de Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|