| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.117.550 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απαγορευμένος |
0,02 sec. |
|
|
απαγορευμένος forbidden, banned, prohibited مُحَرّم, محظور, ممنوع zakázaný forbudt verboten prohibido kielletty interdit zabranjen proibito, vietato 禁じられた, 禁止された 금지된 verbannen, verboden forbudt zakazany banido, proibido запрещенный förbjuden ถูกห้าม, ที่ไม่ได้รับอนุญาต, ที่ถูกห้ามโดยกฏหมาย yasak, yasaklanmış bị cấm, cấm 禁止的, 被取缔的, 被禁止的, 禁止 забранено 禁止 אסור
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|