| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.699.380 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απαγορευτικός |
0,01 sec. |
|
απαγορευτικός prohibitive επίθ α / θ / ουδ απαγορευτικός, απαγορευτική, απαγορευτικό [apaɣorefti'kos, apaɣorefti'ci, apaɣorefti'ko] 2 απλησίαστος, ακριβός prohibitif/-ive απαγορευτική τιμή un prix prohibitif Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|