| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.921.483 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απαγορεύω |
0,02 sec. |
|
απαγορεύω forbid, prohibit, ban interdire يُحَرِم, يَحظُر, يَمنَع zakázat forbyde verbieten prohibir kieltää zabraniti proibire, vietare 禁じる, 禁止する 금지하다, 금하다 verbannen, verbieden forby zakazać banir, proibir запрещать, налагать запрет förbjuda ห้าม, ห้ามโดยกฏหมาย yasaklamak cấm 取缔, 禁止 ρ μετβ απαγορεύω [apaɣo'revo] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|