Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.921.483 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

απαγορεύω
(προωθήθηκε από απαγορεύεται)

0,02 sec.
απαγορεύω forbid, prohibit, ban interdire يُحَرِم, يَحظُر, يَمنَع zakázat forbyde verbieten prohibir kieltää zabraniti proibire, vietare 禁じる, 禁止する 금지하다, 금하다 verbannen, verbieden forby zakazać banir, proibir запрещать, налагать запрет förbjuda ห้าม, ห้ามโดยกฏหมาย yasaklamak cấm 取缔, 禁止
ρ μετβ απαγορεύω [apaɣo'revo]
επιβάλλω όρια interdiredéfendre
απαγορεύω την έξοδο interdire la sortie
Σου απαγορεύω να με ακολουθήσεις. Je te défends de me suivre.
ρ μεσοπαθ αόριστ απαγορεύεται [apaɣo'revete]
δεν επιτρέπεται il est interditil est défendu
απαγορεύεται το κάπνισμα il est défendu de fumer


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.