απαγορεύω

Μεταφράσεις

απαγορεύω

forbid, prohibit, baninterdireيُحَرِّمُ, يَحْظِر, يَـمْنَعُzakázatforbydeverbietenprohibirkieltääzabranitibandire, vietare禁じる, 禁止する금지하다, 금하다verbannen, verbiedenforbyzakazaćbanir, proibirзапрещать, налагать запрет, запретитьförbjudaห้าม, ห้ามโดยกฎหมายyasaklamakcấm取缔, 禁止 (apaɣo'revo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
επιβάλλω όρια απαγορεύω την έξοδο Σου απαγορεύω να με ακολουθήσεις.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close