απαγόρευση

Μεταφράσεις

απαγόρευση

ban, prohibition, forbidding, excommunication, embargointerdictionحَظْرzákazforbudVerbotprohibiciónkieltozabranabando禁止금지banforbudzakazproibiçãoзапретförbudคำสั่งห้ามyasaklệnh cấm禁令, забрана (apa'ɣorefsi)
ουσιαστικό θηλυκό
το να απαγορεύει κν κτ η απαγόρευση στάθμευσης η απαγόρευση του καπνίσματος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close