| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.133.670 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απαγόρευση |
0,01 sec. |
|
|
απαγόρευση ban, forbidding, prohibition, excommunication, embargo interdiction حظر zákaz forbud Verbot prohibición kielto zabrana proibizione 禁止 금지 ban forbud zakaz proibição запрет förbud คำสั่งห้าม yasak lệnh cấm 禁令, 班 забрана 班
ουσ θ απαγόρευση [apa'ɣorefsi] το να απαγορεύει κν κτ interdiction; défense η απαγόρευση στάθμευσης l'interdiction de stationner η απαγόρευση του καπνίσματος la défense de fumer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|