απαιτητικός

(προωθήθηκε από απαιτητικό)
Μεταφράσεις

απαιτητικός

(apititi'kos) αρσενικό

απαιτητική

(apetiti'ci) θηλυκό

απαιτητικό

demandingشاقّnáročnýkrævendeforderndexigente, exigentesvaativaexigeantzahtjevanesigente要求の厳しい지나치게 요구하는veeleisendkrevendewymagającyexigenteзатратныйkrävandeเรียกร้องมากzahmetliđòi hỏi khắt khe要求高的, 要求要求 (apetiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προβάλλει αξιώσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close