απαλλάσσω

Μεταφράσεις

απαλλάσσω

acquit, free, release, absolve, exempt, exonerate, ridabsoudre, exonérer, innocenter, libéreruniewinnić, uwolnić, zwolnić摆脱befreien擺脫تخليص (apa'laso)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. απελευθερώνω κπ απαλλάσσω κπ από τις υποχρεώσεις του
2. νομικά αθωώνω απαλλάσσω κατηγορούμενο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close