| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.807.231 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απαλλάσσω |
0,03 sec. |
|
απαλλάσσω acquit, free, release, absolve, exempt, exonerate, rid absoudre, exonérer, innocenter, libérer uniewinnić, uwolnić, zwolnić ρ μετβ απαλλάσσω [apa'laso] ρ μεσοπαθ απαλλάσσομαι [apa'lasome] είμαι ελεύθερος από être dispensé/-éeêtre exonéré/-éeêtre déchargé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|