απαλλαγή

Μεταφράσεις

απαλλαγή

exemption, acquittal, release, dispensation (apala'ʝi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. απελευθέρωση από υποχρέωση απαλλαγή ευθυνών φορολογική απαλλαγή
2. νομικά αθώωση απαλλαγή κατηγορουμένου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close