| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.144.595 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απαλλαγή |
0,01 sec. |
|
|
απαλλαγή acquittal, exemption, release, dispensation
ουσ θ απαλλαγή [apala'ʝi] 1 απελευθέρωση από υποχρέωση décharge; exonération απαλλαγή ευθυνών une décharge de responsabilité φορολογική απαλλαγή une exonération d'impôts 2 αθώωση acquittement απαλλαγή κατηγορουμένου acquittement de l'accusé Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|