| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.671.867 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απαλός |
0,02 sec. |
|
απαλός gentle, muted, silky επίθ α / θ / ουδ απαλός, απαλή, απαλό [apa'los, apa'li, apa'lo] επίρρ απαλά [apa'la] ήρεμα, με προσοχή doucementdélicatement τοποθετώ κτ απαλά poser qqch délicatement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|