| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.168.605 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απανωτοί |
0,02 sec. |
|
απανωτοί πληθυντικός επίθ / α / θ / ουδ απανωτοί, απανωτές, απανωτά [apano'ti, apano'tes, apano'ta] συνεχόμενοι successifs/-ivesrépétés/-ées απανωτά χτυπήματα des coups successifs Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|