| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.755.860 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απαράδεκτος |
0,02 sec. |
|
απαράδεκτος objectionable, unacceptable غير مقبول nepřijatelný uacceptabel unannehmbar inaceptable ei hyväksyttävä inacceptable neprihvatljiv inaccettabile 容認できない 받아들일 수 없는 onacceptabel uakseptabel nie do przyjęcia inaceitável неприемлемый oacceptabel ซึ่งไม่สามารถยอมรับได้ kabul edilemez không thể chấp nhận được 不可接受的 επίθ α / θ / ουδ απαράδεκτος, απαράδεκτη, απαράδεκτο [apa'raðektos, apa'raðekti, apa'raðekto] που δύσκολα το δέχεται κν inacceptableinadmissible απαράδεκτες ελλείψεις lacunes inacceptables απαράδεκτη εκπομπή une émission inadmissible Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|