απαράδεκτος

(προωθήθηκε από απαράδεκτο)
Μεταφράσεις

απαράδεκτος

(apa'raðektos) αρσενικό

απαράδεκτη

(apa'raðekti) θηλυκό

απαράδεκτο

unacceptable, objectionableغَيْرُ مَقْبُولnepřijatelnýuacceptabelunannehmbarinaceptableei hyväksyttäväinacceptableneprihvatljivinaccettabile容認できない받아들일 수 없는onacceptabeluakseptabelnie do przyjęciainaceitávelнеприемлемыйoacceptabelซึ่งไม่สามารถยอมรับได้kabul edilemezkhông thể chấp nhận được不可接受的 (apa'raðekto) ουδέτερο
επίθετο
που δύσκολα το δέχεται κν απαράδεκτες ελλείψεις απαράδεκτη εκπομπή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close