| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.202.309 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απαράλλακτος |
0,02 sec. |
|
απαράλλακτος επίθ α / θ / ουδ απαράλλακτος, απαράλλακτη, απαράλλακτο [apa'ralaktos, apa'ralakti, apa'ralakto] όμοιος inchangé/-éeidentique παραμένω απαράλλαχτος rester inchangé Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|