| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.410.359 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απαρέμφατο |
0,03 sec. |
|
απαρέμφατο infinitive infinitif مَصْدَر infinitiv infinitiv Infinitiv infinitivo infinitiivi infinitiv infinito 不定詞 부정사 infinitief infinitiv bezokolicznik infinitivo инфинитив infinitiv รูปกริยาที่ตั้งต้นด้วย to sonsuz nguyên thể 不定词 ουσ ουδ απαρέμφατο [apa'remfato] άκλιτος ρηματικός τύπος infinitif Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|