απαραίτητος

Μεταφράσεις

απαραίτητος

αρσενικό

απαραίτητη

(apa'retiti) θηλυκό

απαραίτητο

indispensable, required, essential, for, necessaryضَرُورِيّ, لا غِنَى عَنْهُnezbytnýnødvendig, uundværlignotwendig, unentbehrlichindispensable, necesariokorvaamaton, välttämätönindispensable, nécessaireneophodan, potrebanindispensabile, necessario不可欠な, 必要な필수의, 필요한nodig, onontbeerlijknødvendig, uunnværligkonieczny, niezbędnynecessário, indispensávelобязательныйnödvändig, oumbärligจำเป็น, ที่ขาดไม่ได้gerekli, vazgeçilmezcần thiết, không thể thiếu được不可或缺的, 必要的 (apa'retito) ουδέτερο
επίθετο
αναγκαίος ο απαραίτητος χρόνος είναι απαραίτητο να
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close