| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.200.435 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απαρηγόρητος |
0,02 sec. |
|
απαρηγόρητος επίθ α / θ / ουδ απαρηγόρητος, απαρηγόρητη, απαρηγόρητο [apari'ɣoritos, apari'ɣoriti, apari'ɣorito] που δεν μπορεί να παρηγορηθεί inconsolableinconsolé/-ée είμαι απαρηγόρητος être inconsolable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|